Αντώνης Καπετάνιος: “Η επαγγελματοποίηση της Οικολογίας”

[Το Ελληνικό Δίκτυο ΦΙΛΟΙ της ΦΥΣΗΣ/ Naturefriends Greece προβάλλει, ενημερώνει,  προτείνει άρθρα – βιβλία – ταινίες ως “τροφή για σκέψη”, για διάφορα θέματα της πολιτικής και της κοινωνικής μας ζωής. Αναδημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο του Αντώνη Καπετάνιου στο οποίο παρουσιάζονται δύο βιβλία με κοινό προβληματισμό. Το άρθρο αξίζει να διαβαστεί με προσοχή, ιδιαίτερα σήμερα που όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αλλά και οι “έχοντες και οι κατέχοντες” τον πλούτο και πρώτοι ρυπαντές, μιλούν για βιώσιμη ανάπτυξη, συνυπογράφουν διακηρύξεις σε “συσκέψεις σε ωραία ξενοδοχεία του κόσμου” για την προστασία του περιβάλλοντος και κάνουν επενδύσεις στο όνομα της “προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή”. | Κ.Φωτ.]

Η επαγγελματοποίηση της Οικολογίας
Διαβάζοντας τον Φράνζεν, …και σκεπτόμενος στις σκέψεις μου!

Διαβάζω τα δοκίμια του Αμερικανού συγγραφέα Τζόναθαν Φράνζεν, στο βιβλίο του “Το τέλος του τέλους της Γης” (ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2020) και διαπιστώνω τις σκέψεις μας να συμπλέουν, τις απόψεις μας να σχετίζονται και να έχουν τελικά την ίδια θεώρηση. Κι είναι ωραίο αυτό το παιχνίδι της νόησης, του εαυτού με ανθρώπους πώχουν βαθύ στοχασμό και διανόηση…

Το τέλος του τέλους της γης

Δέστε τα τούτα στις σκέψεις του Φράνζεν σε σχέση με την επαγγελματοποίηση του αγώνα της Οικολογίας. Ο Φράνζεν είχε γράψει ένα δοκίμιο επικρίνοντας κείνους που επιχειρηματούν στο “βωμό της Οικολογίας” κάνοντας “εμπόριο ρύπων” και προωθώντας την αποκαλούμενη “πράσινη ανάπτυξη”, λειτουργώντας στο όνομα της αειφορίας, και δέχτηκε τη σφοδρή αντίδραση από το “πράσινο κατεστημένο” και την κριτική τους. Ο ίδιος πίστευε σε μιαν οικολογία των κοινωνιών και όχι των μέσων, σε μια συμμετοχική ανοιχτή Οικολογία, κι όχι σε μια κατά συνθήκη Οικολογία. Και ήταν κάθετα αντίθετος στην επαγγελματοποίηση της Οικολογίας. Αναφέρεται λοιπόν στο παρόν δοκίμιό του στις αντιδράσεις των τωρινών επικριτών του, που προηγούμενα θεωρούνταν ως “συνοδοιπόροι του” στην Οικολογία:

“Καθώς έγραφα ήλπιζα ότι ένα ένα ή δύο από τα μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, αυτά που ξοδεύουν δεκάδες εκατομμύρια για τη βιοντίζελ ανάπτυξη ή για αιολικά πάρκα στην Ερυθραία, ίσως διάβαζαν το κομμάτι και σκέφτονταν να επενδύσουν σε έργα που παράγουν χειροπιαστά αποτελέσματα για το περιβάλλον και τις κοινωνίες. Αλλά αυτό που δέχτηκα, απεναντίας, ήταν μια πυραυλική επίθεση από το σιλό της Αριστεράς. Δεν είμαι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά μου είπαν φίλοι μου ότι με έλουζαν με ένα σωρό λοιδωρίες, με έλεγαν, ανάμεσα στα άλλα, κοκορόμυαλο και αρνητή της κλιματικής αλλαγής. Αποσπάσματα σε μέγεθος τουίτ από το δοκίμιό μου, τα ανέβαζαν στο τουίτερ, αποκομμένα από τα συμφραζόμενά τους, έτσι ώστε να φαίνεται σαν να είχα προτείνει να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, σα να συνέπλεα δηλαδή με την τοποθέτηση του ρεπουμπλικανικού κόμματος, κάτι που, με την πολωτική λογική του διαδικτυακού λόγου, με παρουσίαζε σαν αρνητή της κλιματικής αλλαγής. Στην πραγματικότητα, είμαι τόσο μεγάλος θιασώτης των όσων υποστηρίζουν οι επιστήμονες για την κλιματική αλλαγή, ώστε δεν μπαίνω καν στον κόπο να διατηρώ ελπίδες για τα παγοκαλύμματα. Το μόνο που είχα αρνηθεί ήταν ότι μια δεξιά διεθνής ελίτ θα μπορούσε, με συσκέψεις σε ωραία ξενοδοχεία του κόσμου, να τα σταματήσει να λιώνουν. Αυτό ήταν το έγκλημά μου ενάντια στην ορθοδοξία του συστήματος. Το κλίμα είχε κλειδώσει τόσο πολύ στο προοδευτικό φαντασιακό, ώστε κάθε απόπειρα να αλλάξουμε συζήτηση -ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε εστιάζοντας στο ότι οι άνθρωποι επιφέρουν τρομερούς αφανισμούς ειδών χωρίς τη βοήθεια της κλιματικής αλλαγής- ισοδυναμεί με βλάσφημη προσβολή κατά της θρησκείας.

Έδειξα πραγματικά κατανόηση για τους επαγγελματίες της κλιματικής αλλαγής που αποκηρύσσαν το δοκίμιό μου. Εργάζονταν επί δεκαετίες για να συνειδητοποιηθεί ο κίνδυνος της κλιματικής αλλαγής στην Αμερική και είχαν τελικά και τον πρόεδρο Ομπάμα στο πλευρό τους -είχαν και τη Συμφωνία των Παρισίων. Δεν ήταν λοιπόν η κατάλληλη στιγμή να τονίσω ότι η σοβαρή υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ήδη τελειωμένη υπόθεση, καθώς μοιάζει απίθανο να αφήσει η ανθρωπότητα ίχνος άνθρακα στο έδαφος, δεδομένου ότι, ακόμα και τώρα, ούτε μια χώρα στον κόσμο δεν έχει δεσμευτεί να το κάνει. Καταλάβαινα επίσης το μένος της βιομηχανίας εναλλακτικών μορφών ενέργειας, που είναι μια επιχείρηση σαν όλες τις άλλες. Εάν δεχτείς ότι τα έργα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν μόνο μια τακτική μετριασμού, ανήμπορη να ανατρέψει τη ζημιά που οι παρελθούσες εκπομπές άνθρακα θα συνεχίσουν να κάνουν για αιώνες, ανοίγει η πόρτα και σε άλλα ερωτήματα σχετικά με τις εν λόγω επιχειρήσεις. Φέρ’ ειπείν, χρειαζόμασταν πραγματικά τόσο μεγάλες ανεμογεννήτριες; Ήταν αναγκαίο να τοποθετηθούν σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές; Και τα ηλιοθερμικά πάρκα στην έρημο Μοχάβε, δε θα ήταν πιο λογικό να καλυφθεί με φωτοβολταϊκά πάνελ η πόλη του Λος Άντζελες και ν’ αφήσουμε αλώβητη την ύπαιθρο; Μήπως καταστρέφουμε τον κόσμο μας αντίς να τον σώσουμε; Πιστεύω τελικά ότι αυτός που με είπε κοκορόμυαλο ήταν μπλόγκερ της βιομηχανίας εναλλακτικών μορφών ενέργειας”.

ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. Νοώντας για τη φύση

Αντίστοιχα εγώ, σε μιαν τρόπον τινά ίδια θεώρηση σκέψης με αυτήν του Φράνζεν, έγραφα νωρίτερα στο βιβλίο μου “ΦΥΣΙΣ ΕΡΓΟΝ. Νοώντας για τη φύση…” (http://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=40885, Αθήνα 2017):
“(…) Σήμερα μολοντούτο μιλούμε για αειφορία εντοπίζοντάς την στην οικονομική ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των ανθρώπων, καλύπτοντας τις ανάγκες τους με τρόπο όμως που δε θα διακινδυνεύσει η δυνατότητα τους στο μέλλον να μπορούν να καλύψουν τις δικές τους αντίστοιχες ανάγκες. Τούτο απορρέει από τη θεώρηση ότι η ανάπτυξη περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων για την κάλυψη των άμεσων ή δυνητικών αναγκών των ανθρώπων, χωρίς ν’ απορρίπτεται η χρησιμοποίηση κι εξαντλήσιμων (μη ανανεώσιμων) φυσικών πόρων, αρκεί να είναι δυνατή η υποκατάστασή τους από άλλους. Για τους δε ανανεώσιμους φυσικούς πόρους πρέπει να διασφαλίζεται η ανανέωσή τους. Εισάγεται μετά τούτων η έννοια της «ηθικής επιχείρησης», της επιχείρησης δηλαδή που αποσκοπεί στο κέρδος εκμεταλλευόμενη τους φυσικούς πόρους κατά το όφελος του ανθρώπου, με τρόπο όμως που να εξασφαλίζεται η συνέχεια ή η διατήρησή τους. Πώς όμως είναι δυνατό πόροι που εξαντλούνται να εξακολουθούν να υπάρχουν; Σε αυτό έρχεται να δώσει απάντηση ένας νόμος, ένας μαθηματικός τύπος, ο νόμος του Hartwick (Hartwick Rule) −ο άνθρωπος εν προκειμένω μαθηματικοποιεί ότι αποκρούει η κοινή λογική, ούτως ώστε να εξηγεί με υπολογιστική λογική και ν’ αποδεικνύει με μαθηματικές σχέσεις ότι η σκέψη και η αίσθηση συγκροτούν ως λογική, μετατρέποντας έτσι σε κοινή αντίληψη αυτό που αλλιώς θα ήταν η κοινή λογική!

Με το νόμο του Hartwick, η κατανάλωση εξαντλήσιμων φυσικών πόρων είναι αειφόρος όταν τα κέρδη από την εκμετάλλευση των πόρων αυτών χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη νέου κεφαλαίου, δηλαδή πόρων οποιουδήποτε είδους, που θα είναι ανανεώσιμοι και θ’ αντικαθιστούν τους εξαντλημένους. Αυτό το κεφάλαιο πόρων μπορεί να έχει την έννοια του αποθέματος πόρων ή να χρησιμοποιείται άμεσα λόγω της εξάντλησης των υφιστάμενων πόρων. Τα έσοδα έτσι από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων χρησιμοποιούνται κατά ένα μέρος τους για την παραγωγή άλλων πόρων, ανανεώσιμων, που θα χρησιμοποιηθούν στη θέση των εξαντλημένων. Στη λογική αυτή εντάσσονται πολιτικές, όπως ο «ρυπαίνων πληρώνει», η «αρχή της πρόληψης», ή «το οικολογικό αποτύπωμα στον πλανήτη», καθώς επίσης κι άλλες, όπως της προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πολιτικές που θα ήταν σεβαστές και θα θεωρούνταν ειλικρινείς εάν αντίστοιχα υπήρχε μείωση ή ορθολογική διαχείριση στη χρήση των φυσικών και μη ανανεώσιμων πόρων του πλανήτη, που εξαντλούνται. Διότι σήμερα υπερκαταναλώνουμε φυσικούς πόρους και τους περιορίζουμε/εξαντλούμε, ενώ αντίστοιχα, σε μιαν υπερβατική λογική που θα λέγαμε ότι μας ξεπερνά, διαμορφώνουμε πολιτικές προστασίας ή αναδημιουργίας τους! −κάτι ασύμβατο με την κοινή λογική, που όμως, όπως προείπαμε, γίνεται αποδεκτό, διαμορφούμενο ως κοινή αντίληψη (με τον τρόπο που είδαμε).

Η νέα μορφή ανάπτυξης, που προάγεται με βάση τη λογική της αειφορίας, είναι η «πράσινη ανάπτυξη». Αυτή, ενταγμένη πλήρως στο σύστημα της αγοράς κι ακολουθώντας τους κανόνες του, αναφέρεται σε μιαν ανάπτυξη με τη χρήση των φυσικών πόρων, οι οποίοι θα προσφέρουν χωρίς να εξαντλούνται ̇ είτε διότι θάναι ανανεώσιμοι είτε διότι θα φροντίζεται η συνέχειά τους. Προβάλλουν την κοινωνική αρχή που ακολουθείται, που είναι παγκοίνως αποδεκτή και συναρτάται ως προς την εφαρμογή της από το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να στέκει έξω από το φυσικό σύστημα αλλά να συμμετέχει σε αυτό χρησιμοποιώντας τους πόρους του. Τούτο είναι θεμιτό στο επίπεδο που η χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων αναφέρεται στις ανάγκες της κοινωνίας σε σχέση με τις δυνατότητες του φυσικού συστήματος, κι όχι στην εκμετάλλευσή τους με βάση τους κανόνες της αγοράς ̇ όπως εν προκειμένω συμβαίνει. Και τούτο διότι, οι εν λόγω επιχειρήσεις της πράσινης ανάπτυξης, ως προσανατολισμένες στην αγορά, επιδιώκουν το κέρδος, κάνοντας με τη χρήση των πόρων εμπόριο, παραβλέποντας σε πολλές περιπτώσεις συνέπειες από την εκμετάλλευσή τους ή παράπλευρες απώλειες (κοινωνικές, πολιτιστικές, περιβαλλοντικές κ.ά.)!
Τολμούμε να πούμε ότι, η τοιαύτη ανάπτυξη, από την έως σήμερα τουλάχιστον πορεία της, έδειξε ότι αποτελεί έναν αναποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης κρίσιμων περιβαλλοντικών ζητημάτων που αφορούν στο μέλλον του πλανήτη, και τούτο διότι το σύστημά της, χωρίς κατά βάσιν ν’ απορρίπτεται, απέρρευσε από την οικονομία της αγοράς και αποτέλεσε έκφραση του κέρδους της επιχειρηματικής τέτοιας δραστηριότητας. Οι επιδοτήσεις των εταιριών που δραστηριοποιούνται στην πράσινη ανάπτυξη και το «χαράτσωμα» των πολιτών, με την επιβολή πράσινου τέλους, δείχνει ότι η τοιαύτη δραστηριότητα, ενώ έχει κοινωνικά χαρακτηριστικά, εντούτοις αντιμετωπίζεται επιχειρηματικά και τροχιοδρομείται σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς. Τούτο συνιστά την αντίφαση στην ιδέα της αειφορίας που επιχειρείται εν προκειμένω να εφαρμοστεί, καθότι το οικονομικό κέρδος που είναι η επιδίωξη του εμπλεκόμενου επιχειρηματία, δεν προκύπτει από την αξία του παραγόμενου προϊόντος, αλλά από την υπεραξία που δημιουργείται από την κρατική συνεισφορά υπέρ του επιχειρηματία. Και τούτο διότι ο φυσικός πόρος αποτελεί από τη φύση του άυλη αξία, η οποία δε μπορεί ν’ αξιολογείται σε υλική βάση και να τίθεται στο τραπέζι των επιχειρηματικών συμφερόντων.

Τα κράτη, που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης του φυσικού πόρου, οφείλουν να κατευθύνουν στη χρησιμοποίησή του με όρους κοινωνικούς και φυσικά περιβαλλοντικούς, αναθέτοντας την ευθύνη γι’ αυτό στις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες θα λειτουργήσουν υπέρ του κοινού καλού, ή τα ίδια να γίνουν λειτουργοί του. Όμως η κατ’ ανάθεση εκμετάλλευση του φυσικού πόρου από τα κράτη στον επιχειρηματία, προς όφελός του, προάγει μιαν κατευθυνόμενη εικονική περιβαλλοντική ανάπτυξη, εκπορευόμενη από το καπιταλιστικό σύστημα και λειτουργούσα υπό τους όρους του, η οποία απομακρύνει τον φυσικό πόρο από τον κοινωνικό του χαρακτήρα, τον απομακρύνει από τον ίδιο τον πολίτη ως κοινωνό του, αποδίδοντάς τον στον επιχειρηματία, ο οποίος θα τον εκμεταλλευτεί οικονομικά προσφέροντας τον ως παροχή με κόστος στην κοινωνία, στον ίδιο τον πολίτη ο οποίος θα γενεί πελάτης του πόρου του! Δεν είναι ουσιαστική υπέρ της κοινωνίας η τοιαύτη διαχείριση, ούτε αποτελεσματική υπέρ του φυσικού πόρου, ενώ είναι συνδεδεμένη και με την υπερχρέωση των αδύνατων κρατών του πλανήτη.
Το δε «κερασάκι στην τούρτα» σε σχέση με τη διαχείριση της γης, που δείχνει την οικονομικοτεχνική αντιμετώπισή της με όρους της αγοράς, και εν κατακλείδι την τεχνοκρατική, αποτελεί το εμπόριο των ρύπων που καθιερώθηκε με το Πρωτόκολλο του Κιότο, προκειμένου να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής! Σύμφωνα με αυτό, που το σκέφτηκε και το λάνσαρε στην πολιτική ατζέντα μια οικολογική οργάνωση (!), το Ταμείο Περιβαλλοντικής Άμυνας (Environmental Defence Fund), με έδρα τις ΗΠΑ, δεν υποχρεώνονται οι υπαίτιοι της ρύπανσης να μειώσουν τις εκπομπές ρύπων, αλλά επιτρέπεται στους ρυπαίνοντες να εξακολουθούν να ρυπαίνουν, έχοντας τη δυνατότητα να πληρώνουν άλλες εταιρείες για να μειώνουν τους ρύπους για χάρη τους, αγοράζοντας άδειες που τους επιτρέπουν να ρυπαίνουν όσο προηγουμένως ή να πουλάνε άδειες που δεν χρησιμοποιούν.

Μια μορφή ποινής λοιπόν συνοδεύει τον ρυπαντή, που τον υποχρεώνει να πληρώσει την εξαγορά δικαιωμάτων ρύπων για το επιπρόσθετο αυτών που δημιουργεί, κατά παράβαση της συνθήκης των δικαιωμάτων ρύπων που του αναλογούν. Αντί λοιπόν να υποχρεώνονται οι βιομηχανικές χώρες να μειώσουν κατά ένα σταθερό ποσοστό τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, προβλέπεται να χορηγούνται άδειες ρύπανσης που θα χρησιμοποιούνται για να πουληθούν, αν κάποιο κράτος δεν τις χρειάζεται, ή ν’ αγοραστούν, αν κάποιο κράτος προκαλεί μεγαλύτερη ρύπανση.

Στο πλαίσιο του παραπάνω συστήματος εμπορίας ρύπων δημιουργούνται εθνικά προγράμματα ώστε οι εταιρείες να μπορούν να εμπορεύονται τις άδειες, χωρίς όμως η χώρα να παραβιάσει το συνολικό όριο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που είχε τεθεί για εκείνη. Ταυτοχρόνως, αναδασώσεις που γίνονται και αποτρέπουν τη συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα (με την απορρόφησή του από τα φυτά) θα πιστώνονται με μονάδες άνθρακα στη χώρα, ώστε ν’ αγοραστούν από τις ρυπογόνες βιομηχανίες για να χρησμοποιηθούν ως αντιστάθμισμα για τα αέρια του θερμοκηπίου που εκπέμπουν. Η ειρωνεία είναι ότι οι ΗΠΑ, που δημιούργησαν και προώθησαν αυτό το σύστημα εμπορίας ρύπων μέσω του Ταμείου Περιβαλλοντικής Άμυνας, τελικά δεν το αποδέχτηκαν, καθώς δεν προσυπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Κιότο, αφήνοντας τις ευρωπαϊκές χώρες να το εφαρμόζουν και να εμπορεύονται ρύπους, ενώ αυτές (οι ΗΠΑ), που είναι πολύ μεγαλύτερος ρυπαντής, δε συμμετέχει!

Είναι φανερό ότι στις παραπάνω πολιτικές επικρατεί η οικονομική λογική και το δόγμα του κέρδους (το κίνητρο του κέρδους αντί να εξαλειφθεί ενισχύθηκε!), που απορρέει από την καπιταλιστική αντίληψη λειτουργίας της κοινωνίας, που αποδείχθηκε αδιέξοδη. Επιχειρηματικά συμφέροντα στήθηκαν και λειτουργούν στα πλαίσια του συστήματος εμπορίας ρύπων. Αναφέρεται σχετικά ότι το χρονικό διάστημα από το 2005 έως το 2010 διακινήθηκαν δικαιώματα εμπορίας ρύπων παγκοσμίως που έφταναν τα 500 δις δολάρια! (Στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας). Τ’ αμφιλεγόμενα σχέδια αντιστάθμισης στην εμπορία των ρύπων διαμόρφωσαν παγκοσμίως ζήτημα οικονομικής και κοινωνικής δυσαρμονίας, αφού υπεισέρχεται ο παράγοντας του κέρδους στις σχέσεις ανθρώπων, επιχειρήσεων και κρατών, με τη δημιουργία μη ελέγξιμων καταστάσεων, λόγω της τάσης κερδοσκοπίας που επικρατεί −καθότι η τόσο ευρεία παγκοσμιοποιημένη αγορά είναι μη ελέγξιμη.

Η προοπτική να πληρώνεσαι βάσει προβλέψεων ότι δε θ’ απελευθερωθούν στον αέρα ρυπογόνες ποσότητες ουσιών λειτουργεί ως μαγνήτης για κερδοσκοπία. Το δε εμπόριο της γης μέσω της εμπορίας των ρύπων, όταν μια καθαρή γη αγοράζεται πιστώνοντας με μονάδες άνθρακα την εταιρεία ή το κράτος που ρυπαίνει, δημιουργεί ζήτημα ορθολογικής διαχείρισης των φυσικών πόρων, καθότι αυτοί εμπλέκονται στο οικονομικό παιχνίδι της εμπορίας των ρύπων, που κάθε άλλο παρά αγαθές είναι οι προθέσεις του, σε σχέση με τρόπο λειτουργίας των διακινητών!”