Οικολογία (Βαθιά)

Οικολογία (Βαθιά): Η διάκριση μεταξύ βαθιάς και «ρηχής» οικολογίας συνετελέσθη μόλις το 1973 με τη δημοσίευση του περίφημου άρθρου του Νορβηγού καθηγητή φιλοσοφίας Arne Naess «Ρηχή και βαθιά οικολογία». Για τον Naess πρέπει να τονίσουμε ότι υπήρξε αλπινιστής υψηλών ορέων και μάλιστα ήταν αρχηγός της πρώτης νορβηγικής ορειβατικής αποστολής στα Ιμαλάϊα το 1950.

Ο Naess διέκρινε, κατ’ ουσίαν, δύο μορφές οικολογικών κινημάτων, το «βαθύ οικολογικό κίνημα» και το «ρηχό οικολογικό κίνημα», των οποίων οι διαφορές εδράζονταν στο επίπεδο των αξιών και των ερωτημάτων που αυτά έθεταν. Η ρηχή προσέγγιση ερμηνευόταν, κατά τον ίδιο, ως εκείνη που προχωρά έως τις επιφανειακές αλλαγές, μέσω τεχνολογικών καινοτομιών, με στόχο τη βελτίωση των καταναλωτικών προτύπων και των συσχετιζόμενων με αυτά δομών, χωρίς όμως να προσδιορίζει τις κοινωνικές και πολιτικές αιτίες της οικολογικής κρίσης.

Στην αντίπερα όχθη τοποθετούνταν η βαθιά προσέγγιση η οποία απαιτούσε, τον εκ βάθρων, επανασχεδιασμό των δομημένων συστημάτων, τα οποία θα έπρεπε να θεμελιώνονται σε αξίες και μεθόδους που διατηρούν την υλική (οικολογική ) και άυλη (πολιτισμική) ποικιλότητα των φυσικών συστημάτων.

Από την προηγούμενη διάκριση αναφύεται ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του βαθέως οικολογικού κινήματος, αυτό της αναγνώρισης της εγγενούς αξίας κάθε έμβιου όντος. Η συγκεκριμένη θέση εισήχθη επίσης το 1973 με το έργο του Ρίτσαρντ Ράουτλεϋ, «Υπάρχει ανάγκη για μια νέα περιβαλλοντική ηθική». Επιπλέον το 1975 εκδόθηκε άλλο ένα ανατρεπτικό έργο, αυτό του Χόουμς Ρόλστον με τίτλο «Υπάρχει οικολογική ηθική;». (Πέτρος Ψαρρέας – Το κίνημα της βαθιάς οικολογίας, 2008) https://bit.ly/3Os5ByT